Η «επανάσταση» της ελίτ και το μεταναστευτικό ζήτημα
του Κωνσταντίνου
Ρωμανού*
Μετά το τέλος του
ψυχρού πολέμου, οι δυτικές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας,
υφίστανται αλλαγές στην ιδεολογία και τους θεσμούς, οι οποίες, παρά το γεγονός
ότι μπορούν να θεωρηθούν επαναστατικές ως προς την έκταση και το βάθος, δεν
προέρχονται από φυσικά αιτήματα μιας λαϊκής πλειοψηφίας, αλλά από παρεμβάσεις
εκ των άνω της ελίτ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η απώλεια της συλλογικής
ιστορικής μνήμης και της εντοπιότητας, αμφότερα χαρακτηριστικά
της έννοιας πατρίδας. Η εγκατάλειψη δηλαδή της κοινωνίας των ομοίων-ομογενών
προς χάριν της ουτοπίας – ή δυστοπίας – μιας νέας κοινωνίας ετερόκλητων
«διαφορετικοτήτων», που αποτελούν ό,τι αποκαλείται «πολυπολιτισμός». Η
αποσύνδεση του θέλεος και του άρρενος φύλου από τον φυσικό του προσδιορισμό με
την συνεπακόλουθη δημιουργία – διά της τεχνοεπιστήμης – ενδιάμεσων μορφών
ανθρωπίνου υλικού. Το ίδιο συμβαίνει και με τη θεσμοθέτηση καινοφανών μορφών
«οικογένειας». Αυτές και άλλες ριζικές μεταρρυθμίσεις προϋποθέτουν, στο δυτικό
πλαίσιο αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, την κατασκευή μίας κατ’επίφασιν
δημοκρατικής κοινής γνώμης, η οποία απαιτεί ή τουλάχιστον ανέχεται, τις εν λόγω
μεταρρυθμίσεις. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, η «κοινωνική μηχανική» (social
engineering), χρησιμοποιεί έναν εξελιγμένο προπαγανδιστικό
σχεδιασμό, οργουελικού τύπου, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η σοφιστική
μέθοδος της μετατόπισης του νοήματος των
εννοιών, που συνήθως συνοδεύεται, όπως είναι αναμενόμενο, από την
ποινικοποίηση των αντιθέτων απόψεων μέσα σε μια τέτοια κοινωνία.